• 6909431393
  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

«Το όραμα του Αυτοκράτορα», της Selma Lagerlöf


Αυτό γίνηκε τον καιρό, που Αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Αύγουστος και βασιλιάς των Ιουδαίων ο Ηρώδης.

Κάποτε στη γη κατέβηκε η μεγάλη και Άγια Νύχτα. Ήταν η πιο σκοτεινή νύχτα απ' όσες είχαν ιδωμένες οι άνθρωποι· ήταν αδύνατο να βρει κανένας και τον πιο γνωστό του δρόμο. Στον ουρανό δεν ήταν ούτε ένα φωτεινό μέρος.

Όλα τ' αστέρια είχαν μείνει στο σπίτι τους τη νύχτα εκείνη και το καλόγνωμο φεγγάρι γύρισε κι αυτό το πρόσωπό του απ' τη γη. Και όμοια βαθιά, όσο βαθύ ήταν το σκοτάδι, ήταν κι η σιωπή κι η ησυχία της νύχτας εκείνης. Τα ποτάμια σταμάτησαν και το αεράκι δε φυσούσε. Αν πήγαινε κανένας στην ακρογιαλιά, θα' βλεπε πως τα κύματα δε σπούσαν πια στ' ακρογιάλι· κι αν πήγαινε στην έρημο, η αμμουδιά δε θ' άτριζε κάτω απ' τα πόδια του. Όλα μαρμάρωσαν, όλα ήταν ακίνητα από φόβο μη ταράξουν την ησυχία της Άγιας Νύχτας. Το χόρτο έπαψε να μεγαλώνει, η δροσιά δεν έπεφτε στη γη και τα λουλούδια δεν τολμούσαν να σκορπούν τη μυρωδιά τους.

Τη νύχτα εκείνη τα θηρία δε βγήκαν κυνήγι, τα φίδια δεν δάγκωναν και τα σκυλιά δε γάβγιζαν. Και -το ωραιότερο απ' όλα- όλα τα άψυχα πράματα, μη θέλοντας να ταράξουν την αγιωσύνη της νύχτας εκείνης, δεν ήταν υπάκουα στους κακούς σκοπούς·  τ' αντικλείδια δεν άνοιγαν τις κλειδαριές, το μαχαίρι ήταν ανίκανο να χύσει αίμα.

Ακριβώς εκείνη τη νύχτα στη Ρώμη, απ' το αυτοκρατορικό παλάτι, βγήκε μια μικρή παρέα ανθρώπων και διευθύνθηκε προς το Καπιτώλιο. Λίγο πρωτύτερα, στο βασίλεμα του ήλιου, οι άνθρωποι του αυτοκράτορα τον ρώτησαν αν θα ήθελε να του υψώσουν Ναό στο ιερό βουνό της Ρώμης. Αλλά ο Αύγουστος δε δέχτηκε αμέσως. Δεν ήξερε αν οι Θεοί θα ευχαριστηθούν να' χει αυτός όμοιο μ' αυτούς ναό, κι αποφάσισε να προσφέρει πρώτα νυχτερινή θυσία στο προστάτη Θεό, για να μάθει τη θέλησή του.

Και γι' αυτό, ο ίδιος, με ακολουθία από λίγους φίλους του, κίνησε απ' το παλάτι να προσφέρει τη θυσία.

Ο Αύγουστος διάταξε να τον πάνε με φορείο, γιατί ήταν γέρος και δε μπορούσε ν' ανέβει τα ψηλά σκαλοπάτια του Καπιτώλιου. Κρατούσε μόνος του το κλουβί με τα περιστέρια για τη θυσία. Στην ακολουθία δεν ήταν ούτε μάντηδες, ούτε στρατιώτες, ούτε βαθμοφόροι, αλλά μόνο λίγοι πιστοί φίλοι του.

Μπροστά πήγαιναν οι δαδούχοι, για να φωτίζουν το δρόμο, κι από πίσω πήγαιναν οι σκλάβοι, που βαστούσαν όσα χρειάζονταν για τη θυσία: αγιασμένη φωτιά κλπ.

Στο δρόμο ο Αυτοκράτορας είχε ανοίξει γερή κουβέντα με την ακολουθία του και γι' αυτό κανένας δεν παρατήρησε την ατέλειωτη ησυχία και τη νεκρική σιωπή της νύχτας εκείνης. Μονάχα σαν έφτασαν στην κορυφή, ψηλά στο Καπιτώλιο, όπου ήταν διαλεγμένο το μέρος για τον καινούριο Ναό, ένιωσαν πως κάτι ασυνήθιστο συμβαίνει.

Η νύχτα αυτή, χωρίς αμφιβολία, δεν έμοιαζε μ' όλες τις άλλες νύχτες, γιατί στην άκρη του βουνού είδαν κάποιο παράξενο πράγμα. Στην αρχή τους φάνηκε πως ήταν γέρικος κορμός ελιάς, καμένος από αστροπελέκι· έπειτα τους φάνηκε πως στο βράχο βγήκε τ' αρχαίο πέτρινο άγαλμα απ' το Ναό του Δία. Και τελευταία κατάλαβαν πως ήταν η Σίβυλλα, η γριά μάντισσα.

Ποτέ δεν είχαν ιδωμένο τόσο γέρικο, ζαρωμένο και μεγάλο κορμί. Αν δεν ήταν μαζί τους ο Αυτοκράτορας, θα σκορπίζονταν και θα κρύβονταν.

- «Νά την!» ψιθύριζαν ο ένας στον άλλο.

- «Νά την!» εκείνη που' ναι τόσο χρονών, όσοι κόκκοι άμμου είναι στ' ακρογιάλι της πατρίδας της. Αλλά γιατί σήμερα, τη νύχτα αυτή, βγήκε απ' τη σπηλιά της; Τι να προμηνάει στον Αυτοκράτορα και στην Αυτοκρατορία του η γυναίκα αυτή, που σημειώνει τις προφητείες της πάνω στα φύλλα των δέντρων και που γνωρίζει πως ο αέρας την προφητεία της την πηγαίνει σ' εκείνον, για τον οποίο την προορίζει;

Ένιωσαν τέτοια τρομάρα, που αν η Σίβυλλα έκανε την παραμικρότερη κίνηση θα γονάτιζαν όλοι. Αλλ' αυτή καθόταν στην άκρη του βράχου και, σκεπάζοντας τα μάτια με τα χέρια της, κοίταζε στο σκοτάδι της νύχτας. Φαινόταν πως είχε ανέβει στο λόφο για να ιδεί καλύτερα κάτι, που γινόταν την ώρα εκείνη κάπου, πολύ μακριά. Και μονάχα τη στιγμή αυτή ο Αυτοκράτορας και η ακολουθία του παρατήρησαν την παράξενη σκοτεινιά της νύχτας. Κανένας τους δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτε σε απόσταση μιας σπιθαμής. Και τι ησυχία! Τι σιωπή! Ούτε η βοή του Τίβερη δεν έφτανε στ' αυτιά τους. Πως έπνιγε ο αέρας αυτός! κρύος ιδρώτας φάνηκε στο μέτωπο τους και τα χέρια τους πάγωσαν κι ακινητούσαν.

Ένιωσαν πως θα γίνει κάτι φοβερό.

Αλλά κανένας τους δεν ήθελε να φανερώσει το φόβο του κι έλεγαν στον αυτοκράτορα πως αυτό είναι καλοσημαδιά· η οικουμένη όλη κρατάει και την αναπνοή της, για να χαιρετίσει τον καινούριο Θεό.

Επρότειναν στον Αύγουστο ν' αρχίσει τη θυσία και πρόσθεσαν πως η γριά Σίβυλλα θα βγήκε βέβαια από τη σπηλιά της για να τον χαιρετίσει.

Πραγματικά όμως η προσοχή της Σίβυλλας ήταν τόσο προσηλωμένη στο θέαμα, που παρουσιαζόταν μπροστά της, ώστε δύσκολα αντιλήφθηκε τον ερχομό του Αυτοκράτορα στο Καπιτώλιο.

Με τη σκέψη της είχε μεταφερθεί στη μακρινή χώρα και κει της φαινόταν πως περπατούσε σε μιαν ατέλειωτη πεδιάδα. Στο σκοτάδι πάντα σκόνταφτε σε κάτι, που της φαινόταν πως ήταν σωρός από χώμα. Γύριζε να ιδεί τι είναι και έψαχνε με τα χέρια της. Αλλ' όχι! δεν ήταν σωρός από χώμα· ήταν πρόβατα.

Περπατούσε ανάμεσα σε μεγάλα κοπάδια πρόβατα που κοιμόντουσαν.

Έπειτα είδε τη φωτιά και τους βοσκούς. Η φωτιά άναβε στη μέση της πεδιάδας κι εκείνη διευθύνθηκε προς τα εκεί. Οι βοσκοί ήταν ξαπλωμένοι γύρω στη φωτιά και κοιμόντουσαν, και κοντά τους ήταν μακριά μυτερά κοντάρια, με τα οποία προστάτευαν τα κοπάδια τους από τα άγρια θηρία. Μα τα μικρά εκείνα ζώα με τα γυαλιστερά μάτια και τις φουντωτές ουρές, που κρυφά σέρνονται στη φωτιά, δεν είναι τσακάλια; Κι όμως οι βοσκοί δεν τα χτύπησαν με τα κοντάρια, τα σκυλιά εξακολουθούν να κοιμούνται, τα πρόβατα δε σκορπιστήκανε και τα άγρια θηρία ήσυχα ξαπλώθηκαν να κοιμηθούν δίπλα στους ανθρώπους.

Να! τι έβλεπε η Σίβυλλα, χωρίς να ξέρει τι γίνεται από πίσω της στην κορυφή του βουνού. Δεν ήξερε πως είχαν στημένο βωμό· άναψαν φωτιά, έβαλαν θυμίαμα κι ο Αυτο

κράτορας έβγαλε το περιστέρι απ' το κλουβί, για να το προσφέρει θυσία. Αλλά τα χέρια του μούδιασαν τόσο πολύ, που δε μπόρεσε να κρατήσει το περιστέρι.

Το περιστέρι μ' ένα ελαφρό τίναγμα λευτερώθηκε και χάθηκε στης νύχτας το σκοτάδι.

Όταν το είδαν αυτό οι αυλικοί έριξαν εχθρική ματιά στη Σίβυλλα, γιατί τη νόμισαν υπεύθυνη γι' αυτή την ατυχία.

Μήπως μπορούσαν να σκεφτούν πως η Σίβυλλα φαντάζεται ότι είναι κοντά στη φωτιά των βοσκών κι αφουγκράζεται το σιγανό κουδούνισμα π' αντηχεί στη νεκρική σιγαλιά της νύχτας;

Πολύ αργά, όταν έφτασε κοντύτερά της το κουδούνισμα αυτό, η Σίβυλλα κατάλαβε πως ο ήχος δεν έρχεται απ' τη γη, αλλ' απ' τον ουρανό.

Τότε σήκωσε το κεφάλι κι είδε πως στο σκοτάδι γύριζαν φωτεινά, λαμπερά πλάσματα.

Ήταν πλήθος αγγέλων, που, ψάλοντας χαρούμενα, πηγαινοέρχονταν, λες κι αναζητούσαν κάποιον στη μεγάλη πεδιάδα.

Τον καιρό, που η Σίβυλλα αφουγκράζονταν το ψάλσιμο των αγγέλων, ο Αυτοκράτορας ετοιμαζόταν για νέα θυσία. Έπλυνε τα χέρια του, καθάρισε το θυσιαστήριο και διάταξε να του δώσουν το δεύτερο περιστέρι. Και μολονότι πολύ προσπάθησε να κρατήσει το περιστέρι, αυτό ξέφυγε και χάθηκε στης νύχτας το σκοτάδι.

Ο Αυτοκράτορας έφριξε. Γονάτισε μπροστά στο βωμό κι αρχίνησε να προσεύχεται στον προστάτη του άγγελο. Παρακαλούσε να του δώσει τη δύναμη ν' απομακρύνει τη συμφορά, που, κατά τα φαινόμενα, του μηνούσε η νύχτα αυτή. Αλλά κι αυτό πέρασε χωρίς να το αντιληφθεί η Σίβυλλα.

Αυτή εξακολουθούσε να' ναι απορροφημένη απ' το ψάλσιμο των αγγέλων, που ολοένα δυνάμωνε. Τελευταία αντήχησε τόσο δυνατά, που ξύπνησε τους βοσκούς. Ανασηκώθηκαν οι βοσκοί και κοίταζαν τα φωτεινά πλήθη των ασπροφορεμένων αγγέλων σε μακριές σειρές, σαν αποδημητικά πουλιά, να διασχίζουν τη σκοτεινιά της νύκτας. Άλλοι άγγελοι κρατούσαν βιολιά, άλλοι άρπες και το τραγούδι αντηχούσε χαρούμενο σαν γέλιο παιδικό κι αμέριμνο, σαν κελάδημα πουλιών.

Όταν τ' άκουσαν αυτά οι βοσκοί σηκώθηκαν και κίνησαν να πάνε στη μικρή πόλη επάνω στο βουνό, όπου κατοικούσαν, και να ειπούν το θάμα.

Πήγαιναν από ένα στενό μονοπάτι κι η γριά Σίβυλλα τους παρακολουθούσε. Ξάφνου η κορυφή του βουνού φωτίστηκε.

Ένα μεγάλο λαμπερό αστέρι πρόβαλε επάνω στο βουνό και η μικρή πόλη έλαμψε σαν ασήμι απ' το φως, πού' χυναν τ' αστέρια. Όλα τα πλήθη των αγγέλων, που πετούσαν στον αέρα, με χαρούμενες φωνές διευθύνθηκαν εκεί κι οι βοσκοί τάχυναν το βήμα τους και στερνά έτρεξαν.

Όταν οι βοσκοί έφτασαν στην πόλη, είδαν πως οι άγγελοι μαζεύτηκαν κοντά σ' ένα χαμηλό χάνι στην άκρη της πόλης. Ήταν μια φτωχική καλύβα με αχυρένια σκεπή, κολλημένη σ' ένα βράχο. Επάνω της λαμποκοπούσε τ' αστέρι κι εδώ έφταναν ολοένα καινούρια πλήθη αγγέλων.

Άλλοι απ' αυτούς κάθονταν στην αχυρένια σκέπη, άλλοι πίσω απ' το σπίτι, άλλοι γύριζαν στον αέρα, ανοίγοντας τις φτερούγες τους πάνω στην καλύβα. Και το πέταμα αυτό φώτιζε ψηλά, ψηλά όλον τον αέρα μ' ένα λαμπρό φως.

Τη στιγμή, που πρόβαλε τ' αστέρι πάνω απ' τη μικρή πολιτεία, πάνω στο βουνό, δια μιας όλη η φύση ξύπνησε κι η μικρή παρέα των ανθρώπων, που' ταν στο Καπιτώλιο, δε μπορούσε να μη το καταλάβει. Ένιωσαν πως ένα φρέσκο αεράκι δρόσισε την ατμόσφαιρα, πως γύρω τους σκορπίστηκε κάποιο άρωμα, πως τα δένδρα σάλεψαν. Ο Τίβερης βούϊζε, τ' αστέρια έλαμψαν, το φεγγάρι ανέβηκε ψηλά στον ουρανό και φώτισε τη γη. Κι απ' τα σύννεφα κατέβηκαν δυο περιστέρια και κάθισαν στους ώμους του Αυτοκράτορα. Όταν γίνηκε αυτό ο Αύγουστος από περύφανη χαρά σηκώθηκε κι οι αυλικοί κι οι δούλοι γονάτισαν.

- «Χαίρε, Καίσαρα!» -φώναξαν- ο προστάτης άγγελος σ' αποκρίθηκε. Συ είσαι ο Θεός, που θα λατρεύουν στην κορυφή του Καπιτώλιου.

Κι οι γεμάτες θαυμασμό φωνές των ανθρώπων ήταν τόσο δυνατές, που έφτασαν τέλος και στ' αυτιά της γηραιάς Σίβυλλας και την αποτράβηξαν απ' τ' όραμά της.

Σηκώθηκε απ' τη θέση της και διευθύνθηκε προς την παρέα των ανθρώπων. Φαινόταν πως ένα σκοτεινό σύννεφο σηκώθηκε απ' το γκρεμνό και διευθύνθηκε στην κορφή του βουνού. Ήταν φοβερή στα γεράματά της. Τα μπερδεμένα μαλλιά της κρέμονταν γύρω στο κεφάλι της, τα μέλη της ήταν πολύ μεγάλα και το σκοτεινό δέρμα της, που σκέπαζε το σώμα της το γεμάτο ρυτίδες, έμοιαζε φλοιό δένδρου.

Μεγάλη, φοβερή, πλησίασε τον αυτοκράτορα. Με το ένα χέρι της τον έπιασε απ' τον αγκώνα, με τ' άλλο τού' δειξε τη μακρινή ανατολή. «Κοίταξε!» του είπε, κι ο Αυτοκράτορας άνοιξε τα μάτια κι αρχίνησε να κοιτάζει. Το διάστημα άνοιξε μπροστά στα μάτια του και έβλεπε στη μακρινή χώρα της ανατολής. Κι είδε τη φτωχική καλύβα κατά το βράχο και στην ανοιχτή πόρτα γονατισμένους λίγους βοσκούς. Μέσα στην καλύβα είδε τη μητέρα γονατισμένη μπροστά στο βρέφος, που ήταν ξαπλωμένο πάνω στ' άχυρα.

Και τα μεγάλα κοκαλιάρικα δάχτυλα της Σίβυλλας του έδειξαν το φτωχό παιδί.

- «Χαίρε, Καίσαρα!» είπε η Σίβυλλα με σαρκαστικό χαμόγελο.

«Να ο Θεός, που λατρεύουν στο Καπιτώλιο!»

Τότε ο Αύγουστος πήδησε μακριά της σαν νά' φευγε από καμιά τρελή.

Αλλά τη Σίβυλλα την έπιασε μια μεγάλη προφητική δύναμη.

Τα θολά της μάτια φωτίστηκαν, τα χέρια της απλώθηκαν προς τον ουρανό, η φωνή της άλλαξε και φαινόταν σαν ξένη και γίνηκε τόσο δυνατή, ώστε ξαπλώθηκε σ' όλη την οικουμένη. Και πρόφερε λόγια, που φαίνονταν πως διάβαζε ψηλά στ' αστέρια.

- «Θα λατρεύουν στο Καπιτώλιο τον ξανακαινουργωτή του κόσμου Χριστό κι όχι τιποτένιους ανθρώπους».

Αφού τα είπε αυτά πέρασε από μπροστά στους μαρμαρωμένους απ' τη φρίκη ανθρώπους, κατέβηκε αργά το βουνό και χάθηκε.

Και την ακόλουθη ημέρα ο Αύγουστος απαγόρεψε αυστηρά στο λαό να φτιάσει Ναό στο Καπιτώλιο. Αντί γι' αυτόν, έχτισε Ναό στο νεογέννητο Παιδί του Θεού και τον ονόμασε:

«Βωμός του ουρανού».

ΣΧΕΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

 

 


Image
© 2021 Βιβλιοδίφης. All Rights Reserved. | Όροι Χρήσης | Created by IntelSoft
Παλαιοβιβλιοπωλείο, παλαιά βιβλία, σπάνια βιβλία, συλλεκτικά βιβλία