• 6909431393
  • Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Οι "Κυριακάτικοι"


Τα ψάρια του Σαρωνικού είναι σε θέση να ξεχωρίζουν την Κυριακή από τις άλλες ημέρες. Ξέρουν πότε είναι Κυριακή. Γιατί την ημέρα αυτή κατεβαίνουν οι Κυριακάτικοι και τα ταΐζουν πλουσιοπάροχα.

Κυριακάτικοι θα πει ψαράδες της Κυριακής. Έτσι βαφτίσανε οι Φαληριώτες τους ψαράδες της Αθήνας που κάνουν κάθε Κυριακή πρωί την εμφάνισή τους στο παραθαλάσσιο, από τη «Σούδα» ως τις Τζιτζιφιές κι από τις Τζιτζιφιές ως το Έντεν, λες και πάνε στη λειτουργία.

Με τον όρθρο είναι κάτου. Θα περάσουν την ημέρα τους στη θάλασσα. Έτσι νιώθουνε την Κυριακή τους. Η ημέρα αυτή, πούνε για τον άλλο κόσμο ημέρα αναπαύσεως και προσευχής, είναι γι' αυτούς ημέρα κινητοποιήσεως, εκστρατείας, κόπου και μόχθου και θαλασσοδαρμού. Έτσι απαιτεί το δόγμα τους. Πρέπει επίσης να τους ξεχωρίσετε από τους άλλους ερασιτέχνες που ψαρεύουν και τις άλλες μέρες, όποια ώρα θέλουν και με όλη τους την άνεση. Για τους Κυριακάτικους ψάρεμα θα πει Κυριακή και κόπος, Κυριακή και φρούρια, Κυριακή και βάσανο.

Είναι οι πιο γραφικοί τύποι που μπορεί ν' αντικρύσει κανείς. Εκστρατεύουν μαζεμένοι, κι ας μη συγκροτούν επίσημη παρεά. Τους ενώνει ο τόπος και ο χρόνος. Είναι όλοι πρωινοί και κατεβαίνουν με το ίδιο τραίνο. Γλέντι! Μόλις ο πρώτος πρωινός συρμός του Ηλεκτρικού φτάσει στο Φάληρο, ένα ασύντακτο στίφος ξεμπουκάρει από το σταθμό και τραβάει για το γιαλό. Τύποι, φάτσες, σιλουέτες καταπληκτικές, ντυσίματα περίεργα, σακίδια, καλάθια, ντενεκέδες, η ξύλινη βαλίτζα με τα εργαλεία, η διπλωμένη απόχη, το παγούρι και όλα τα συμπράγκαλα. Καραβάνι σωστό, το πιο περίεργο καραβάνι του κόσμου. Εδώ ο πρωτάρης, εδώ ο βετεράνος, εδώ ο πλούσιος, εδώ ο φτωχός, εδώ ο συστηματικός και ο τακτικός, εδώ ο έκτακτος και ο τσαπατσούλης.

Προχωρούν όλοι βιαστικοί, γιατί πρέπει να προφτάσουν τα δολώματα πριν πουληθούνε και τις βάρκες πριν νοικιαστούνε. Μερικοί όμως πάνε με το πάσσο τους, γιατί έχουν κανονίσει αποβραδύς τη δουλειά τους. Όλοι πάνε συνήθως σκυφτοί, μουλωχτοί, αμίλητοι, κι έχουν ύφος αποφασιστικό. Πάνε να τρυγήσουν τη θάλασσα! Πάνε ν' αφανίσουν το γένος των ψαριών! Κλάφτε, τσιπούρες· κλάφτε, λιθρίνια· ντυθείτε στα μαύρα, χάνοι, πέρκες, γωβιοί! Και το μπουλούκι διασχίζει τους έρημους δρόμους -είναι χάραμα είπαμε- και οδεύει προς την παραλία...

Κανείς δεν θα φανταζόταν πως έχει τόσους ψαροκυνηγούς η Αθήνα. Ένα βαγόνι γεμάτο. Δύο, πολλές φορές. Και δεν είναι μόνο αυτοί. Είναι και οι άλλοι που πάνε στο Σκαραμαγκά, στο Πέραμα, στη Δραπετσώνα, στη Γλυφάδα, στη Βουλιαγμένη. Κυριακάτικοι είναι κι αυτοί. Κόσμος ολόκληρος. Στο ψάρεμα βλέπετε τα πράγματα είναι πιο απλά από το κυνήγι. Εδώ δεν χρειάζονται άδειες, ούτε τουφέκια, ούτε σκύλοι. Με ελάχιστα πράγματα κάνεις τη δουλειά σου. Αγοράζεις μια καθετή, φορείς τα πιο παλιά σου ρούχα και γίνεσαι ψαράς! Τα λοιπά είναι ζήτημα τύχης.

Βασανισμένος άνθρωπος είναι ο Κυριακάτικος. Το δράμα του αρχίζει από τα δολώματα. Απάνου από εκατό είναι οι ψαράδες, κι όμως στην πιάτσα δεν υπάρχει δόλωμα ούτε για πενήντα. Εδώ μπορεί να πουλήσει κανείς την ψυχή του στο διάβολο για μισή φούχτα ζωντανή καραβίδα. Αφού καταντά να πουλιέται στο πέλαγος, μισοκάναλα. Ναυλώνεις βάρκα και κυνηγάς τους καραβιδάδες στη θάλασσα. Στάσου! στάσου! Που να σταθεί; Δεν έχει καραβίδα, ή την έχει φυλαγμένη για τους δικούς του, για τους «καλούς» πελάτες. Προτιμήσεις κι εδώ, διακρίσεις, αδικίες, πάλη των τάξεων... Τα βενζινάδικα σπεύδουν κι αρπάζουν την καραβίδα, και οι άλλοι μένουνε «μπουκάλα». Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό... Τότε ακούς μιαν εναγώνια φωνή:

- Πάμε για γάμπαρες!

Είναι κάτι βρώμικες γάμπαρες φερμένες από την Αθήνα. Τις πουλούν στην αμμουδιά. Είναι το τελευταίο καταφύγιο του Κυριακάτικου. Παίρνει μερικές από δάφτες και ξεκινάει.

Τώρα οι Κυριακάτικοι είναι εν πλώ. Άλλοι δυό-δυό, τρείς-τρείς, μέσα σε μια βάρκα, άλλοι ολομόναχοι με τον κωπηλάτη τους ή με τον μηχανικό τους, κορδωμένοι μέσα στο βαρκάκι τους ή το βενζινάκι τους, με το δόλωμα εν τάξει, παραγγελμένο και κρατημένο αποβραδύς. Καραβίδα ζωντανή, διαλεγμένη μία - μία. Αυτοί θα πάνε για τσιπούρες. Οι άλλοι θα πάνε για ό,τι βρεθεί. Θα περάσουν όλη την ημέρα στη θάλασσα, θα ξεθεωθούν στο κουπί, θα μαλώσουν δυό-τρείς φορές για την εκλογή του τόπου και για την τακτική της μάχης, θα φάνε φαγητό... εκστρατείας, θα διψάσουν, θα σαραβαλιαστούν, και το δειλινό θα γυρίσουν με καμιά δεκαριά περκόχανα, με πέντε γύλους, με δυο λιθρινάκια τόσα δα. Μα και οι άλλοι, οι μηχανοκίνητοι, οι «τρανοί», συχνά δε βγαίνουν τυχερώτεροι. Αυτοί συνήθως γυρίζουν εντελώς «αναίμακτοι». Δεν ματώνουν χείλι τσιπούρας. Γιατί οι τσιπούρες πιάνονται πιο δύσκολα από τις πέρκες και είναι σπανιώτερες. Μα δεν το παίρνουν κατάκαρδα. Σήμερα δεν τσιμπήσανε, αύριο θα τσιμπήσουν! Δική τους είναι και η άλλη Κυριακή. Κι έπειτα μπορεί και... στη στεριά να γίνει το θαύμα. Παρουσιάζονται κι εκεί καμιά φορά ολόφρεσκες τσιπούρες, που τις πιάνει κανείς σίγουρα όταν βάλει για δόλωμα μερικά δεκαχίλιαρα. Θριαμβευτής θ' ανέβει κατόπιν ο Κυριακάτικος στην Αθήνα Ποιος θα μάθει ποτέ ότι η οκαδιάρικη αυτή τσιπούρα δεν πιάστηκε με καραβίδα αλλά με... μπαγιόκο; Μάρτυρες δεν υπάρχουν, και οι τσιπούρες είναι άφωνες...

Σημ: «Οι Κυριακάτικοι» είναι παρμένοι από το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου «Εδώ βυθός!», του Θέμου Ποταμιάνου.

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ Θ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΜΑΣ:

 


Image
© 2021 Βιβλιοδίφης. All Rights Reserved. | Όροι Χρήσης | Created by IntelSoft
Παλαιοβιβλιοπωλείο, παλαιά βιβλία, σπάνια βιβλία, συλλεκτικά βιβλία